Skip to main content

Γιατί είναι δύσκολο να δημιουργήσεις νέες φιλίες μετά από κάποια ηλικία; Ο λόγος είναι απλός: στα νιάτα μας, το έκαναν οι συνθήκες για μας.

Πολλοί άνθρωποι παραπονιούνται ότι νιώθουν μοναξιά κι ότι είναι δύσκολο να δημιουργήσουν νέες φιλίες μετά τα 30, 40, 50. Πράγματι, είναι δυσκολότερο, αλλά όχι επειδή ως τριαντάρηδες ή πενηντάρες χάνουμε κάποια εγγενή ικανότητα να συνάπτουμε φιλίες. Ακόμα κι αν ήμασταν από πάντα χάλια στο να δημιουργούμε φίλους, και πάλι ήταν πιο εύκολο σε μικρότερη ηλικία. Ο λόγος είναι απλός: για να δημιουργηθεί μια φιλία απαιτείται μια βασική προϋπόθεση: πολύς χρόνος.

Το πιο σημαντικό και αναγκαίο στοιχείο για να δημιουργηθεί μια φιλία (από παρέα έως κολλητηλίκι) είναι να περάσουμε πολύ χρόνο μαζί. Σε μικρότερες ηλικίες, π.χ. στο σχολείο ή στις σπουδές, περνούσαμε αναγκαστικά πάρα πολύ χρόνο με άλλους. Ήταν τόσο εύκολο να κάνουμε φίλους στο σχολείο επειδή όλοι όσοι γνωρίζαμε όχι μόνο βρίσκονταν καθημερινά εγκλωβισμένοι στον ίδιο χώρο με μας, αλλά κι οι κοινωνικές μας σχέσεις οργανώνονταν κι επιβλέπονταν από ενήλικες· οι μεγάλοι μας υποχρέωναν να σταματήσουμε να μαλώνουμε, να ζητήσουμε συγγνώμη, να καθίσουμε μαζί και ούτω καθεξής. Ήμασταν εγκλωβισμένες στον ίδιο χώρο και περνούσαμε άπειρες ώρες με τους ίδιους ανθρώπους για πολλούς μήνες ή χρόνια, οπότε αναγκαστικά συναναστρεφόμασταν μαζί τους. Η πιο ισχυρή προϋπόθεση για να ριζώσει μια φιλία είναι η επαναλαμβανόμενη, συχνή επαφή.

Ως ενήλικες, σπάνια ζούμε κάτι τέτοιο. Το μόνο πλαίσιο όπου περνάμε χρόνο με άλλους ανθρώπους σε τακτική βάση είναι η δουλειά και, πράγματι, συχνά δημιουργούνται φιλίες μέσα από το εργασιακό πλαίσιο, αν κι αυτό δεν ισχύει για όλα τα επαγγέλματα. Ταυτόχρονα, είναι πιθανό οι άνθρωποι που αναγκαστικά συναναστρεφόμαστε στη δουλειά να μη μας ταιριάζουν. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, είναι πιο πιθανό ν’ αποκτήσουμε έναν νέο φίλο με τον οποίο δεν ταιριάζουμε τόσο πολύ αρκεί να περνάμε πολύ χρόνο μαζί του, παρά με έναν άνθρωπο που ταιριάζουμε περισσότερο αλλά περνάμε ελάχιστο χρόνο μαζί.

Σύμφωνα με μια έρευνα, κατά μέσο όρο απαιτούνται περίπου 50 ώρες επαφής για να γίνει κάποιος παρέα μας, 90 ώρες για να εξελιχθεί σε φίλο και     πάνω από 200 ώρες για στενή φιλία (Hall, 2019). Στο σχολείο και στις σπουδές μας, αυτές οι ώρες συσσωρεύονται σχεδόν αυτόματα, χωρίς καμία προσπάθεια από μέρους μας. Στα 35 ή στα 50, οι ώρες αυτές πρέπει να δημιουργηθούν συνειδητά. Και φυσικά, ν’ αφαιρεθούν από κάτι άλλο στη ζωή μας.

Ως ενήλικες έχουμε πολλές υποχρεώσεις που καλούμαστε να ισορροπήσουμε: τη δουλειά, τη σχέση ή τον γάμο, τα παιδιά,         τους γονείς που γερνάνε, τις δουλειές του σπιτιού, τις οικονομικές έγνοιες κτλ. Τις περισσότερες φορές, απαιτείται μια πολύ συνειδητή απόφαση ν’ αφαιρέσουμε χρόνο από κάτι για να τον επενδύσουμε σε μια νέα γνωριμία, ούτως ώστε να εξελιχθεί σε φιλία. Η πιο ξεκάθαρη διαφορά ανάμεσα σε σχέσεις που έγιναν στενές φιλίες & άλλες που δεν έγιναν είναι αναφανδόν η διάρκεια της αλληλεπίδρασης (Hays, 1984). Όσο πιο στενή η φιλία, τόσο μεγαλύτερο το κόστος ενέργειας και χρόνου που απαιτείται για τη δημιουργία και τη διατήρησή της, αλλά και τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να μας ανταμείψει συναισθηματικά (Hall, Davis 2017).

Χρειάζεται, λοιπόν, ν’ αφιερώσουμε πολύ χρόνο για να κάνουμε νέους φίλους. Όμως η έλλειψη χρόνου δεν είναι το μόνο εμπόδιο καθώς μεγαλώνουμε. Σε μικρότερες ηλικίες, οι προτιμήσεις μας κι οι απόψεις μας είναι ακόμα υπό διαμόρφωση. Καθώς μεγαλώνουμε, τα ενδιαφέροντά μας γίνονται πιο συγκεκριμένα· έχουμε μάθει πια τι μας αρέσει και τι μας χαλάει, σε βαθμό που αρκετές φορές δεν είμαστε πρόθυμες να δοκιμάσουμε καινούργια πράγματα. Είναι σαν να έχουμε πιο αυστηρή πόρτα για το ποιες ασχολίες και δραστηριότητες θ’ αφήσουμε να μπουν στη ζωή μας, ενώ σε μικρότερη ηλικία, με την ελάχιστη πείρα ζωής και πολλά πράγματα ακόμη αδοκίμαστα, λέγαμε πολύ πιο εύκολα ναι (χωρίς αυτό να εγγυάται ότι περνούσαμε πάντα ωραία). Στα έξι μας, σχεδόν όλοι οι συνομήλικοί μας είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα μ’ εμάς: παιχνίδια, μικιμάους κτλ. Στα σαράντα, ο ένας κάνει ορειβασία, ο άλλος μεγαλώνει παιδιά, η τρίτη θέλει να παίζει επιτραπέζια κι ο τέταρτος γουστάρει μπαρότσαρκες. Οι ομοιότητες γίνονται πιο δυσχερείς, καθώς τα ενδιαφέροντα εξειδικεύονται. Ως εκ τούτου, απαιτείται περισσότερη προσπάθεια για να βρούμε «τους δικούς μας ανθρώπους».

Ένας ακόμα παράγοντας που περιπλέκει τις νέες φιλίες είναι ότι ως ενήλικες δεν αναζητούμε απλώς περισσότερους φίλους· αναζητούμε καταλληλότερους φίλους. Καθώς μεγαλώνουμε και, αν όλα πάνε καλά, μαθαίνουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας και την ψυχική μας υγεία, δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στην εμπιστοσύνη, στην αξιοπιστία, στη συναισθηματική ασφάλεια, στις κοινές αξίες και στην αμοιβαία υποστήριξη. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικοσυναισθηματικής επιλεκτικότητας και αρκετές επιστημονικές έρευνες, όσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο διαθέσιμος χρόνος της ζωής μας μειώνεται, τόσο περισσότερο επενδύουμε σε σχέσεις με ουσιαστικό συναισθηματικό νόημα αντί να διευρύνουμε συνεχώς τον κοινωνικό μας κύκλο (Carstensen, Isaacowitz, & Charles, 1999).

Τέλος, κάτι που αλλάζει μεγαλώνοντας είναι η ανοιχτότητά μας. Στα εφτά μας θα πάμε σ’ ένα παιδάκι και θα ρωτήσουμε: «Θες να παίξουμε;». Αν μας αγνοήσει, πέντε λεπτά αργότερα θα ρωτήσουμε κάποιο άλλο παιδί. Αντιθέτως, ως ενήλικες συχνά βιώνουμε την απόρριψη σαν ετυμηγορία της προσωπικής μας αξίας: Ο άλλος με απορρίπτει επειδή δεν αξίζω (Apostolou & Keramari, 2020). Κατά συνέπεια, συχνά φοβόμαστε να κάνουμε την πρώτη κίνηση και περιμένουμε τους άλλους να πλησιάσουν, από φόβο μήπως φανούμε απεγνωσμένοι. «Δεν ήθελα να ρίξω τον εγωισμό μου» λέμε βλακωδώς, ενώ στην πραγματικότητα η πράξη που πραγματικά θα εξυπηρετούσε τον εγωισμό μου θα ήταν να διεκδικήσω το θέλω μου, αντί να παραμένω παθητικός δέκτης των θέλω των άλλων. Ο φόβος της απόρριψης κάνει τη δημιουργία φιλιών ακόμη δυσκολότερη.

Για να γίνουμε πραγματικοί φίλοι με κάποιον, χρειάζεται να μοιραστούμε τ’ απομέσα μας, ν’ αποκαλύψουμε τα συναισθήματά μας και το σκοτάδι μας. Σε μικρότερες ηλικίες έχουμε έντονη ανάγκη να το κάνουμε αυτό και συχνά το κάνουμε ακόμα και με ακατάλληλους ανθρώπους – τόσο μεγάλη είναι η ανάγκη μας να μοιραστούμε το βίωμά μας. Καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε ν’ αξιολογούμε πιο προσεχτικά τους ανθρώπους και το τι θα μοιραστούμε με ποιον. Δεν ισχύει ότι δεν θέλουμε να έρθουμε κοντά με κάποιον νέο άνθρωπο, αλλά ότι τον περνάμε από περισσότερα κόσκινα σε σύγκριση με τα νιάτα μας. Έτσι συχνά, οι αλληλεπιδράσεις μας μένουν σε πιο επιφανειακά θέματα συζήτησης: τη δουλειά, τον καιρό, την πολιτική, τα ταξίδια χωρίς να προχωρούν ποτέ στο επίπεδο αυτοαποκάλυψης που δημιουργεί πραγματική οικειότητα.

«Δεν ξέρω πώς να κάνω φίλους» λέμε, σαν να είναι κάτι που ξέρω ή δεν ξέρω να κάνω, όπως να παίζω πιάνο ή να οδηγώ. Το να κάνω φιλίες δεν είναι κάποιο έμφυτο ταλέντο, ακόμα κι αν συνυπολογίσουμε την εξωστρέφεια ή εσωστρέφεια της προσωπικότητάς μας. Είναι μια δεξιότητα. Κάποιοι από μας ευνοηθήκαμε από μικρή ηλικία ν’ αναπτύξουμε αυτή τη δεξιότητα. Άλλοι, αντιθέτως, εμποδιστήκαμε και δεν τη μάθαμε. Ωστόσο, ακόμα κι όσοι δεν την αναπτύξαμε και ήμασταν εσωστρεφείς, σε μικρή ηλικία κάναμε φιλίες λόγω των συνθηκών αναγκαστικής συναναστροφής που ανέφερα παραπάνω. Μεγαλώνοντας, δυσκολευόμαστε και οι μεν και οι δε. Όπως αναφέρει ένα αυτιστικό άτομο: «Ως παιδί, δυσκολεύτηκα τρομερά —σε τραυματικό βαθμό– να κάνω φίλους. Κι όμως, τώρα που έχω περάσει τα τριάντα, έχω δεκαπλάσιους φίλους από τους νευροτυπικούς ανθρώπους που, όταν ήμασταν παιδιά κι έφηβοι, προσαρμόζονταν κοινωνικά σχεδόν αβίαστα, πολύ καλύτερα από μένα. Τι συνέβη στην πορεία; Ίσως τελικά να ισχύει μια πολύ απλή αρχή: οι άνθρωποι που είναι από τη φύση τους καλοί σε κάτι συνήθως δεν μπαίνουν ποτέ στη διαδικασία να το μελετήσουν ή να το εξασκήσουν». Με λίγα λόγια, η αρχική κλίση (ή μια δεξιότητα που απέκτησα ασυνείδητα) συχνά οδηγεί σε εφησυχασμό, ενώ η αρχική δυσκολία αναγκάζει κάποιον να αναπτύξει συνειδητές στρατηγικές.

Το ερώτημα που είναι χρήσιμο να θέσουμε στον εαυτό μας δεν είναι «γιατί δυσκολεύομαι να κάνω φιλίες» αλλά «πώς μπορώ να οργανώσω τη ζωή μου έτσι ώστε να βρίσκομαι ξανά και ξανά κοντά στους ίδιους ανθρώπους, κάνοντας κάτι που μας αρέσει;» Η φιλία έρχεται σιγά σιγά ως το φυσικό αποτέλεσμα της επαναλαμβανόμενης κοινής εμπειρίας. Για να κάνουμε φίλους ως μεγάλοι χρειάζεται:

  • να συμμετέχουμε συστηματικά στην ίδια δραστηριότητα,
  • να συναντάμε επανειλημμένα τους ίδιους ανθρώπους,
  • να αποκαλυπτόμαστε σταδιακά όλο και περισσότερο,
  • να παίρνουμε την πρωτοβουλία να συνεχίσουμε την επαφή και να μην τα παρατάμε με το πρώτο άκυρο.

Πολλές από εμάς δεν θέλουμε να κάνουμε φίλους· θέλουμε να έχουμε ήδη φίλους. Εννοείται ότι θα προτιμούσαμε να παραλείψουμε αυτό το πρώτο δύσκολο στάδιο, αλλά χωρίς αυτό δεν δημιουργούνται φιλίες.  Οι φιλίες δεν είναι ζήτημα ταλέντου αλλά κοινωνικής οικολογίας: των συνθηκών μέσα στις οποίες ζούμε και του κατά πόσο αυτές ευνοούν ή εμποδίζουν τη δημιουργία στενών σχέσεων.

Βιβλιογραφία

  • Apostolou, M. & Keramari, D. (2020). What prevents people from making friends: A taxonomy of reasons. Personality and Individual Differences, 163,
    https://doi.org/10.1016/j.paid.2020.110043.
  • Carstensen, L. L., Isaacowitz, D. M., & Charles, S. T. (1999). Taking time seriously. A theory of socioemotional selectivity. The American psychologist, 54(3), 165–181. https://doi.org/10.1037//0003-066x.54.3.165
  • Hall J. A., Davis D. A. C. (2017). Proposing the Communicate Bond Belong theory: Evolutionary intersections with episodic interpersonal communication. Communication Theory, 27, 21–47. doi:10.111/comt/12106
  • Hall, J. A. (2019). How many hours does it take to make a friend? Journal of Social and Personal Relationships, 36(4), 1278-1296. https://doi.org/10.1177/0265407518761225
  • Hays R. B. (1984). The development and maintenance of friendship. Journal of Social and Personal Relationships, 1, 75–98. doi:10.1177/0265407584011005

Leave a Reply