Σε ποια ηλικία γίνεσαι μεσήλικας; Πότε γίνεσαι γέρος ή γριά; Τι περιεχόμενο έχουν αυτές οι ταμπέλες και πώς μας επηρεάζουν;
«Με τρώει το άγχος του χρόνου και θέλω να ξεπεράσω επιτέλους τα εμπόδια που έχω για να χαρώ λιγάκι το σεξ που έχω στερηθεί, επειδή μεγαλώνω και μετά δεν θα μπορώ».
Τι ηλικία έχει το άτομο που το είπε αυτό; Παραλλαγές αυτού του άγχους έχω ακούσει από θεραπευόμενες όλων των φύλων και ηλικιών, από τα 20κάτι έως τα 50φεύγα. Νιώθουν βεβαιότητα ότι πλησιάζει μια ημερομηνία σεξουαλικής λήξης και γι’ αυτό πρέπει να βιαστούν. Πότε λήγουμε ως σεξουαλικά υποκείμενα;
Τι σημαίνει πραγματικά «είμαι 25, 40, 55 χρονών»; Τι είναι ηλικία; Απλά ένας χρονολογικός αριθμός που αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική βιολογική πραγματικότητα, καθώς το σώμα γερνάει; Σε καμία περίπτωση δεν είναι μόνο αυτό. Η ηλικία είναι πολλά πράγματα:
- ένα σύστημα κοινωνικής κατηγοριοποίησης
- ένα σύστημα άσκησης βιοπολιτικής, με απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις, προνόμια και περιορισμούς
- ένα πολιτισμικό αφήγημα ταξινόμησης, με πανίσχυρες στερεοτυπικές αντιλήψεις για κάθε ηλικία
- μια ταυτότητα, ένας αυτοπροσδιορισμός
- μια υποκειμενική βίωση του χρόνου, που ποικίλει έντονα ανάλογα με τις εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες
- μια υποκειμενική βίωση του σώματος που αλλάζει
Η χρονολογική ηλικία μας, στους περισσότερους πολιτισμούς, είναι απλό θέμα αριθμητικής, αλλά το νόημα που αποδίδουμε σε κάθε ηλικία είναι κάθε άλλο παρά απλό. Η μέση ηλικία και τα γηρατειά είναι αναμφισβήτητα κάτι που συμβαίνει στο σώμα μας καθώς μεγαλώνουμε. Όμως η βιολογική διάσταση είναι μονάχα ένα μέρος της εκάστοτε ηλικίας μας. Η ηλικία μας είναι κάτι που καθορίζεται σε πολύ μικρότερο βαθμό από τη φύση και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τον εκάστοτε πολιτισμό και το πώς εννοιολογεί την κάθε ηλικία. Π.χ., σε ποια ηλικία ένα άτομο παύει να είναι παιδί και ταξινομείται ως ενήλικας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται; Σε ποια ηλικία επιτρέπεται ––με βάση τον νόμο ή την επικρατούσα ηθική–– να κάνει σεξ; Σε ποια ηλικία βγαίνει εκτός εργασιακού δυναμικού ή σεξουαλικής δεξαμενής;
Η μέση ηλικία και τα γηρατειά είναι κάτι που μαθαίνουμε από την κουλτούρα μας να περιμένουμε, να φοβόμαστε, να ελπίζουμε να έρθουν και ταυτόχρονα ν’ αντιστεκόμαστε σε αυτά, με αγωνία ή άρνηση. Επίσης είναι κάτι που επιτελούμε, δηλαδή φερόμαστε όπως (έχουμε διδαχτεί ότι) αρμόζει στην εκάστοτε ηλικία μας. Πώς, όμως, αρμόζει να είμαστε κάθε δεδομένη ηλικία; Ποιος το αποφασίζει; Σίγουρα όχι αποκλειστικά (ή ούτε καν κύρια) η φύση.
Από μικρή ηλικία βομβαρδιζόμαστε με εικόνες για το πώς είναι να είσαι «γέρος» ή «μεσήλικας». Ελάχιστες από αυτές τις εικόνες είναι θετικές. Οι περισσότερες είναι αρνητικές και παρουσιάζουν τη ζωή μετά τα 40-50 ως μια αναπότρεπτη πτώση από ένα βάθρο, μια σταδιακή και αδυσώπητη φθορά όχι μόνο όσον αφορά την κατάσταση του σώματός μας, αλλά μια έκπτωση σε όλα τα επίπεδα. Μια κατάντια, γεμάτη περιορισμούς και προβλήματα. Και σίγουρα με λιγότερο ή καθόλου σεξ.
Πώς γερνάμε;
Όπως εξηγεί η ερευνήτρια Αϊρήν Στράσσερ, «τα γηρατειά δεν είναι κάτι που μας συμβαίνει, αλλά αντιθέτως μια διεργασία στην οποία μπορούμε να παρέμβουμε και να την επηρεάσουμε σε τεράστιο βαθμό». Ο βασικότερος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να επηρεάσουμε το πώς γερνάμε δεν είναι το πώς προσέχουμε την υγεία μας (π.χ. αν γυμναζόμαστε ή προσέχουμε τη διατροφή μας), αλλά το ποιες αντιλήψεις έχουμε για τη μεγαλύτερη ηλικία. Το πώς αντιλαμβανόμαστε τη μεγαλύτερη ηλικία καθορίζει σε καταλυτικό βαθμό το αν και πώς προσέχουμε την υγεία μας, το πώς αισθανόμαστε, ακόμη και το πόσο υγιείς θα παραμείνουμε.
Υπάρχουν πολύ ισχυρά στερεότυπα για κάθε ηλικιακή ομάδα: η παιδική ηλικία «είναι» ξέγνοιαστη, στα νιάτα μας χαιρόμαστε το σεξ και την έξαλλη διασκέδαση, στα γεράματα έχουμε προβλήματα υγείας και δεν (μπορούμε να) κάνουμε σεξ, οι γέροι είναι ώριμοι, οι νέοι ανώριμοι κτλ. Ωστόσο, όπως συχνά γνωρίζουμε από τη δική μας ζωή και τις ζωές των ανθρώπων γύρω μας, αυτές οι στερεοτυπικές ηλικιακές αντιλήψεις δεν ισχύουν απαρέγκλιτα στην πραγματικότητα.
Παρ’ όλο που προσωπικά μπορεί να διαφωνούμε κάθετα με αυτά τα στερεότυπα για το πώς «είναι» κάθε ηλικία και το πώς πρέπει να ζούμε εμείς σε κάθε ηλικία, είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από αυτές τις βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις με τις οποίες έχουμε εμποτιστεί από τα παιδικά μας χρόνια και οι οποίες εξακολουθούν να αναπαράγονται γύρω μας. Σύμφωνα με τη θεωρία της ενσωμάτωσης των στερεοτύπων (stereotype embodiment theory) της ερευνήτριας Μπέκα Λίβαϊ, απορροφούμε τα ηλικιακά στερεότυπα καθ’ όλη τη ζωή μας. Αργότερα, όταν «γερνάμε», αυτές οι πολιτισμικές ιδέες που έχουμε υιοθετήσει υποσυνείδητα αρχίζουν να ισχύουν για εμάς τους ίδιους και μας επηρεάζουν παντοιοτρόπως: στην ψυχολογία μας, στις συμπεριφορές μας, αλλά και στη φυσιολογία μας (Strasser, 2019). Αρκετά επιστημονικά πειράματα επιβεβαιώνουν ότι οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που έχουμε για τη γήρανση επηρεάζουν μακροπρόθεσμα τις πιθανότητες να εμφανίσουμε σοβαρότερα προβλήματα υγείας (π.χ. καρδιοπάθειες) πιο νωρίς (Wurm, Tesch-Römer, & Tomasik, 2007, στο Levy 2009). «Μία εμβληματική διαχρονική έρευνα έδειξε ότι τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με θετικότερες αντιλήψεις για τη γήρανσή τους έζησαν κατά μέσο όρο 7,5 χρόνια περισσότερο από εκείνα με αρνητικότερες αντιλήψεις, ακόμη και όταν συνυπολογίστηκαν παράμετροι όπως η ηλικία, το φύλο, η κοινωνικοοικονομική θέση, η μοναξιά και η λειτουργική κατάσταση της υγείας τους» (Levy, Slade, Kunkel, & Kasl, 2002).
Μεγαλώνοντας όντως το σώμα μας αλλάζει και υπάρχει μια σταδιακή φθορά. Όμως η σχέση μας με το σώμα μας δεν είναι καθόλου απλή ή γραμμική· η παρουσία ή απουσία προβλημάτων υγείας δεν συνεπάγεται αυτόματα ευτυχία ή δυστυχία. Η πρώτη φορά που παροπλίστηκα λόγω υγείας ήταν στα 18, όταν η ακόμα αδιάγνωστη δισκοπάθειά μου με καθήλωσε για τρεις μέρες στο κρεβάτι. Έκτοτε ζω περιοδικά με έντονους πόνους στη μέση, ενώ μια μεγάλη κρίση στα 35 παρέλυσε το αριστερό μου πόδι για ένα μήνα, αφήνοντάς μου μια μόνιμη υπαισθησία. Εξακολουθώ να έχω προβλήματα μέσης, αλλά με σαφώς λιγότερο πόνο από παλιά, χάρη στη γυμναστική που κάνω εδώ και χρόνια. Όμως ενώ τα θέματα υγείας έχουν μειωθεί, εγώ νιώθω πιο «άρρωστος». Πώς εξηγείται αυτό; Η αιτία είναι τα λόγια που μου λέω. Όταν παρέλυσε το πόδι μου για ένα μήνα κι υπέφερα από φριχτούς πόνους στα 35 μου, αυτό το σοβαρό πρόβλημα υγείας –το οποίο παραλίγο να απαιτούσε χειρουργείο– το είδα ως κάτι ξέχωρο από την υπόλοιπη ζωή μου· ένα μεμονωμένο συμβάν. Στα 56 μου, μια τενοντίτιδα στους οπίσθιους μηριαίους που με ταλαιπωρεί εδώ και μήνες δεν τη βλέπω ως απλώς κάτι που θα περάσει αλλά ως σημάδι και απόδειξη ότι γερνάω κι έχω πάρει έναν κατήφορο. Με άλλα λόγια, τεράστια σημασία δεν έχει μόνο το τι ζούμε στο σώμα μας αλλά τα λόγια που μας λέμε για το τι ζούμε στο σώμα μας. Το σώμα μας το διαβάζουμε. Η σχέση με το σώμα μας και τα συμπτώματά του εξαρτάται από την υποκειμενική ματιά μας: θεωρούμε το σώμα μας όμορφο; Άξιο φροντίδας; Κάτι που το νοιαζόμαστε και επενδύουμε σε αυτό ή κάτι που απλά ανεχόμαστε αναγκαστικά; Η ιδέα που έχουμε για τη γήρανση καθορίζει το πώς γερνάμε.
Οι θεραπευόμενοί μου που φοβούνται την «επέλαση των γηρατειών» γιατί τότε δεν θα κάνουν σεξ, αφού κανείς δεν θα τους θέλει, έχουν πολύ συγκεκριμένες εικόνες για το πώς θα είναι στα 50, 60 ή 70. Τους ρωτάω να μου πουν τι εικόνα τους έρχεται όταν σκέφτονται έναν πενηντάρη ή μια πενηντάρα· σχεδόν όλοι μου απαντούν: έναν μπάρμπα, μια θείτσα. Κι είναι αλήθεια ότι αν κλείσω τα μάτια και σκεφτώ πενηντάρης, κι εγώ έναν μπάρμπα βλέπω. Ο λόγος είναι ότι η έννοια «πενηντάρης» δημιουργήθηκε και παγιώθηκε στον εγκέφαλό μου στα παιδικά και εφηβικά χρόνια μου, όταν οι πενηντάρηδες ήταν όντως μπαρμπάδες ή θείτσες. Όμως δεν βρισκόμαστε πια στα 80s. Ο πενηντάρης του 1985 έχει τόση σχέση με τον πενηντάρη του 2026 όσο έχει ένα Atari μ’ ένα Playstation. Δεν θα γίνουμε οι πενηντάρηδες ή εξηντάρες της γενιάς των γονιών μας, επειδή έχουμε ζήσει πολύ διαφορετικά από τους γονείς μας, με πολύ διαφορετικές προσλαμβάνουσες, ειδικά όσον αφορά το σεξ και τη σεξουαλικότητά μας.
Το σεξ είναι ένα από τα πιο ισχυρά στερεότυπα για την ηλικία: υποτίθεται ότι στα νιάτα μας κάνουμε πολύ και το χαιρόμαστε, ενώ απ’ τη μέση ηλικία και μετά, η λίμπιντο μειώνεται, κάνουμε λιγότερο σεξ και το απολαμβάνουμε λιγότερο. Καταρχάς δεν ισχύει πως όλοι οι νέοι κάνουν περισσότερο σεξ ή, αν κάνουν, το απολαμβάνουν. Συχνά, όταν είμαστε νέοι αφενός μεν δεν έχουμε ακόμα βρει τι μας φτιάχνει σεξουαλικά, αφετέρου δεν έχουμε ξεπεράσει διάφορα εμπόδια ώστε να το διεκδικήσουμε, όπως π.χ. την ντροπή μας, την προβληματική σχέση με το σώμα μας κτλ. Αυτό ισχύει ειδικά για τις γυναίκες και τα λοατκι άτομα. Σε νεαρότερες ηλικίες, μπορεί να έχουμε πιο αυξημένη λίμπιντο, αλλά οι καύλες από μόνες τους δεν αρκούν για να κάνουμε (καλό) σεξ. Από τα 40 και μετά κάνω πολύ περισσότερο σεξ απ’ ό,τι στα 20s και 30s μου, επειδή όταν ήμουν νεότερος πίστευα ότι οι άλλοι μου έκαναν χάρη αν έκαναν σεξ μαζί μου κι επίσης θεωρούσα ότι ήταν προβληματικό να κάνω πολύ σεξ. Κάθε φορά που αντιστεκόμουν με επιτυχία στην επιθυμία μου για σεξ μου έδινα εύσημα. Χρειάστηκε να επεξεργαστώ ψυχοθεραπευτικά όλο αυτό το sex negativity για ν’ απελευθερωθώ σεξουαλικά και να χαρώ τη σεξουαλικότητά μου πιο ελεύθερα, χωρίς ενοχές.
Καθώς μεγαλώνουμε, ειδικά αν έχουμε κάνει δουλειά με τον εαυτό μας, αποκτάμε περισσότερη ικανότητα να διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις, ν’ αντέχουμε την αβεβαιότητα, να δίνουμε προτεραιότητα σε ουσιαστικές σχέσεις και να μην ασχολούμαστε τόσο εμμονικά με επουσιώδη άγχη. Γινόμαστε καλύτερες στο ν’ αποδεχόμαστε την περιπλοκότητα της ζωής και τους περιορισμούς που μας θέτει. Νιώθουμε καλύτερα μέσα στο πετσί μας κι έτσι αγωνιούμε λιγότερο να πάρουμε επιβεβαίωση από άλλους, εμπιστευόμαστε περισσότερο την κρίση μας και γνωρίζουμε καλύτερα τι μας κάνει καλό και τι μας βλάπτει. Αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν προς το καλύτερο το πώς βιώνουμε τη σεξουαλικότητά μας, παρόλο που το σώμα μας συχνά είναι πιο φθαρμένο σε σύγκριση με τα νιάτα μας.
Μεγαλώνοντας, σαφώς αλλάζει το σώμα μας κι αυτό επηρεάζει και το σεξ που κάνουμε. Όμως δεν αλλάζει μόνο το σώμα μας, αλλάζουμε κι εμείς οι ίδιοι τον τρόπο σκέψης μας για το σεξ, τα στάνταρ μας. Στα 20, σεξ να ’ταν κι ας ήταν ψιλοχάλια. Τώρα πια θέτω περισσότερα κριτήρια. Πρέπει ν’ αξίζει τον κόπο. Η σεξουαλική πράξη συχνά παύει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στη σωματική διάσταση κι αρχίζει να έχει μεγαλύτερη σημασία η επαφή, το συναίσθημα, οι ιστορίες και τα σενάρια.
Η ηλικία δεν είναι μόνο ένας αριθμός, όπως ισχυρίζεται το απλουστευτικό σλόγκαν. Είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, που σαφώς εμπλέκει το σώμα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Η χρονολογική ηλικία μας έχει ακριβώς την ίδια ταχύτητα για όλες μας, αλλά το πότε παύουμε να συγκαταλεγόμαστε στους «νέους» και μπαίνουμε στην κοορτή των «μεσήλικων» ή των «γέρων» είναι κάτι που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική μας στάση ζωής.
Βιβλιογραφία:
- Carstensen, L. L., Isaacowitz, D. M., & Charles, S. T. (1999). Taking time seriously. A theory of socioemotional selectivity. The American psychologist, 54(3), 165–181. https://doi.org/10.1037//0003-066x.54.3.165
- Charles, S. T., & Carstensen, L. L. (2010). Social and emotional aging. Annual Review of Psychology, 61, 383–409. https://doi.org/10.1146/annurev.psych.093008.100448 [1]
- Lamont, R. A., Swift, H. J., & Abrams, D. (2015). A review and meta-analysis of age-based stereotype threat: negative stereotypes, not facts, do the damage. Psychology and aging, 30(1), 180–193. https://doi.org/10.1037/a0038586
- Levy, B. R., Slade, M. D., Kunkel, S. R., & Kasl, S. V. (2002). Longevity increased by positive self-perceptions of aging. Journal of personality and social psychology, 83(2), 261–270. https://doi.org/10.1037//0022-3514.83.2.261
- Levy B. (2009). Stereotype Embodiment: A Psychosocial Approach to Aging. Current directions in psychological science, 18(6), 332–336. https://doi.org/10.1111/j.1467-8721.2009.01662.x
- Levy, B. R., Zonderman, A. B., Slade, M. D., & Ferrucci, L. (2009). Age stereotypes held earlier in life predict cardiovascular events in later life. Psychological science, 20(3), 296–298. https://doi.org/10.1111/j.1467-9280.2009.02298.x
- Strasser, I. (2019). “When I Get Older Losing My Hair…” – Individuals’ Concepts of Successful Aging. International Journal of Developmental Science, 13(1-2), 53–65. org [1, 2]




