Μου είναι εύκολο να είμαι μόνος μου. Δεν είναι πάντα ευχάριστο, αλλά πάντα μου είναι εύκολο. Ως λοατκι άτομο, αναγκάστηκα να μάθω να είμαι μόνος μου από μικρή ηλικία. Το να είμαι με άλλους ανθρώπους, ειδικά με αγόρια, ήταν επικίνδυνο. Ξεχώριζα – με ξεχώριζαν και με απέβαλλαν. Δεν ήμουν πειστικό αγόρι· σαν αγόρι τα έκανα όλα λάθος και τιμωρούμουν ανάλογα.
Οπότε αναγκάστηκα να μάθω να περνάω χρόνο μόνος μου. Έμαθα να με απασχολώ δημιουργικά, να έχω ενδιαφέροντα, να με ψυχαγωγώ επαρκώς μόνος μου. Έχω επιπλώσει και διακοσμήσει τη μοναξιά μου, την έχω προβιβάσει σε μοναχικότητα και άρα μου είναι εύκολη και άνετη. Μόνο που αυτή η συνήθειά μου συχνά με εγκλωβίζει στη μοναξιά, ακόμα κι όταν δεν το θέλω.
Αντίστοιχα, το να είμαι με άλλους ανθρώπους σήμαινε πολλή δουλειά. Το να είμαι με άλλους ανθρώπους σήμαινε να πρέπει να αστυνομεύω το σώμα μου, τις κινήσεις μου, τα λόγια μου, ώστε να μην αποκαλυφθεί ότι δεν είμαι όπως πρέπει να είναι τα αγόρια. Κάθε φορά που ξεμύτιζα απ’ το σπίτι έπρεπε να έχω τα μάτια δεκατέσσερα ποιον θα συναντήσω στον δρόμο, πώς θα με κοιτάξει, άραγε περπατάω σωστά, εκείνη η παρέα αγόρια απέναντι είναι απασχολημένη ή θα τους προσφέρω ένα βολικό στόχο για να σπάσουν πλάκα κράζοντάς με; Αλλά και στις παρέες με κορίτσια, στις οποίες ένιωθα πιο άνετα, πάλι θεωρούμουν παρείσακτος· δεν ήμουν κορίτσι και κάθε τόσο μου το υπενθύμιζαν. «Γυναικωτό θα σε κάνουμε;» Δεν είχαν άδικο· ούτε εγώ ένιωθα κορίτσι. Αλλά δεν ένιωθα ούτε αγόρι. Σε περιστάσεις με πολλά άτομα κινδύνευα όχι μόνο να με στραβοκοιτάξουν ή να μου ασκήσουν λεκτική ή/και σωματική βία (κράξιμο, φτυσίματα, «αστεία» πειράγματα). Ένας άλλος κίνδυνος, πολύ πιο ύπουλος κι εξευτελιστικός, ήταν η απομόνωση. Ένας κοινωνικός θάνατος μπροστά σε όλους. Η μοναξιά στο δωμάτιό μου ήταν προτιμότερη απ’ τη μοναξιά στο πλήθος.
Το αποτέλεσμα του να μην υπάρχει ασφαλής χώρος να υπάρχω ήταν να προτιμάω να μένω μόνος μου. Η μοναξιά έγινε καταφύγιο. Οπότε δεν ανέπτυξα κοινωνικές δεξιότητες. Δεν έμαθα να συναναστρέφομαι. Αργότερα στο πανεπιστήμιο, επιδίωξα, με δυσκολία, να είμαι με κόσμο και μερικές φορές ήταν ευχάριστο, αλλά πάντοτε είχε κόπο. Όποτε ήμουν με άλλους ανθρώπους, συχνά ήμουν μέσα στο κεφάλι μου, όπου συνεδρίαζε μια τριμελής επιτροπή. Αυτή η επιτροπή με παρατηρούσε ασταμάτητα κι έκρινε αυστηρά αν πρέπει να μιλήσω, γιατί είπα αυτό που είπα, άραγε όντως με θέλουν εδώ ή με ανέχονται, κοίτα πώς φέρονται οι άλλοι, φέρσου κι εσύ φυσιολογικά, και φυσικά μόνο φυσιολογικά δεν μπορούσα να φερθώ, γιατί το φυσιολογικό για μένα ήταν να ’μαι μόνος μου σπίτι μου.
Με τον καιρό, με πολλή προσπάθεια, γύμνασα αυτόν τον ατροφικό κοινωνικό μυ κι απέλυσα την τριμελή επιτροπή στο κεφάλι μου. Τώρα πια δεν με παρατηρώ ασταμάτητα την ώρα που συναναστρέφομαι. Αφήνομαι στη στιγμή. Τώρα πια νιώθω ότι έχω δικαίωμα να είμαι κάπου εξίσου όσο κι οι άλλοι παρευρισκόμενοι. Σε αυτόν τον μετασχηματισμό μου συνέβαλε η ψυχοθεραπεία αλλά και κάποιες φιλίες που με βοήθησαν να ξεφοβηθώ. Ωστόσο, ακόμα μου είναι ευκολότερο να είμαι μόνος μου. Λες κι αν δεν έχω τον νου μου, ο οργανισμός μου μπατάρει προς τη μοναξιά, η οποία εδώ και χρόνια έχει γίνει όμορφα επιπλωμένη μοναχικότητα.
Φυσικά, δεν είμαι το μοναδικό πλάσμα που εμποδίστηκε ν’ αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες. Πολλά από μας, είτε επειδή είμαστε λοατκι είτε επειδή δεν χωράγαμε για άλλους λόγους, συνηθίσαμε στη μοναξιά από μικρή ηλικία κι αργότερα μας είναι δύσκολο, έως αδύνατο, να συναναστρεφόμαστε με άλλους, ειδικά με πολλούς ταυτόχρονα. Εντάξει, και τι πειράζει, θα αντέτασσε κανείς. Κάποιοι άλλοι άνθρωποι δεν αντέχουν να μείνουν με τον εαυτό τους ούτε στιγμή, τρελαίνονται, κι έχουν ανάγκη να είναι συνέχεια με κόσμο, μιλάνε ακόμα και σ’ αγνώστους στο λεωφορείο, κάνουν small talk! Αντιθέτως, εμένα αν μου μιλήσει ένας άγνωστος, μπαίνω σε επιφυλακή & χρειάζεται να μου υπενθυμίσω ότι δεν κινδυνεύω.
Όντως, εγώ δεν κινδυνεύω να βαρεθώ μόνος μου. Όμως η συναναστροφή με άλλους homo sapiens δεν χρησιμεύει μόνο «για να περνάμε καλά» ή για να μη βαριόμαστε. Μέσα από τις σχέσεις μας με άλλους δημιουργούμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι άνθρωποι ως είδος είμαστε σχεσιακά όντα. Ο εαυτός μας είναι και παραμένει ένα ψηφιδωτό που σχηματίζεται από τις σχέσεις μας, από τα βλέμματα των άλλων πάνω μας.
Υπάρχει ευρύτατη επιστημονική βιβλιογραφία που καταδεικνύει πόσο ωφέλιμη είναι για την ψυχική αλλά και τη σωματική μας υγεία να έχουμε φιλίες και στενές σχέσεις. Ωστόσο, ακόμα και το επιφανειακό κουβεντολόι στο πάρκο την ώρα που βγάζω τον σκύλο ή αγοράζω ψωμί στον φούρνο έχει αποδειχθεί ότι επιδρά θετικά στην υγεία μας. Πώς να το κατορθώσουμε αυτό, όμως, όταν άθελά μας μπατάρουμε προς τη μοναξιά;
Αν δεν μάθαμε πώς να συνδεόμαστε στα παιδικά μας χρόνια και στην εφηβεία, στην ενήλικη ζωή μπορεί να μας φαίνεται σχεδόν αδύνατο ή εξαιρετικά επίμοχθο. Πώς σκατά κάνεις φίλους όταν δεν είχες ποτέ; Ή αν οι «φίλοι» που έχουμε είναι επιδερμικοί, επειδή δεν ξέρουμε ν’ ανοιγόμαστε. Η δυσκολία περιπλέκεται ακόμα περισσότερο γιατί, καθώς μεγαλώνουμε, αρχίζει να εκλείπει η βασική προϋπόθεση για ν’ αναπτύξουμε φιλίες: ο χρόνος.
Η κοινωνικότητα είναι μια δεξιότητα, όπως το να μιλάω νορβηγικά, να παίζω καράτε ή να κάνω σκέιτμπορντ. Μαθαίνεται. Με εξάσκηση. Με κουραστική εξάσκηση, την οποία ο εγκέφαλός μας αποφεύγει επειδή τον αναγκάζουμε να πλάσει νέες νευρωνικές συνάψεις – κάτι αληθινά κουραστικό. Κυριολεκτικά κουραζόμαστε. Το να συναναστρέφομαι με ανθρώπους με άνεση μαθαίνεται σχεδόν το ίδιο όπως το να μάθω μια ξένη γλώσσα, να οδηγώ ή παίζω τένις: με εξάσκηση, η οποία στην αρχή είναι δύσκολη και δυσάρεστη και σιγά σιγά γίνεται πιο εύκολη κι ενίοτε ευχάριστη.
Ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, χρειάζεται να με παροτρύνω να βγω έξω ή να πάω σε μια μάζωξη επειδή ξέρω ότι θα μου κάνει καλό, με τον ίδιο τρόπο που το να πάω στο γυμναστήριο μου κάνει καλό. Το default είναι να μείνω σπίτι όπου ξέρω να με ψυχαγωγώ. Αλλά η πολλή μοναξιά με ξεραίνει.




